σαρκασμός

ο, ΝΑ [σαρκάζω]
η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού σαρκάζω, δηκτικός εμπαιγμός, ειρωνικός λόγος με τον οποίο χλευάζει κανείς κάποιον.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαρκασμός — mockery masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαρκασμός — [сарказмос] ουσ. а. сарказм …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σαρκασμός — ο κακεντρεχής χλευασμός, ειρωνικό γέλιο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σαρκασμοῖς — σαρκασμός mockery masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαρκασμοῦ — σαρκασμός mockery masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαρκασμούς — σαρκασμός mockery masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαρκασμῷ — σαρκασμός mockery masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαρκασμόν — σαρκασμός mockery masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Sardonik — Der Begriff Sarkasmus bezeichnet beißenden, bitteren und verletzenden Spott und Hohn.[1] „Sarkasmus“ ist ein latinisiertes griechisches Substantiv (σαρκασμός sarkasmós, „die Zerfleischung, der beißende Spott“, von altgriechisch sarkazein „sich… …   Deutsch Wikipedia

  • Sarkasmus — Der Begriff Sarkasmus bezeichnet beißenden, bitteren Spott und Hohn. Sarkasmus ist ein latinisiertes griechisches Substantiv (σαρκασμός sarkasmós‚ die Zerfleischung, der beißende Spott‘, von altgriechisch sarkazein ‚sich das Maul zerreißen,… …   Deutsch Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.